povhand vgdhev x3zfw8 Και όμως...η φτώχεια θεωρείται δίκαιη τιμωρίαΜέχρι πριν είκοσι ή τριάντα χρόνια η φτώχεια εθεωρείτο ως καρπός της αδικίας. Το κατήγγελλε η Αριστερά, το παραδεχόταν το Κέντρο, ακόμα και η Δεξιά δεν το αρνιόταν. Πόσο έχουν αλλάξει οι καιροί, μέσα σε τόσο λίγο καιρό: τώρα η φτώχεια θεωρείται δίκαιη τιμωρία της ανικανότητας. Η φτώχεια ενδέχεται να επιφέρει λύπη, ακόμα και σήμερα, αλλά δεν προκαλεί πια αγανάκτηση: υπάρχουν φτωχοί επειδή έτσι επιβάλλουν οι κανόνες του παιχνιδιού ή επειδή έτσι το θέλησε η μοίρα.

Αλλά  ούτε και η βία είναι παιδί της αδικίας. Το κυρίαρχο λεξιλόγιο, οι μαζικές εικόνες και λέξεις δρουν σχεδόν πάντα στην υπηρεσία ενός συστήματος ανταμοιβών και ποινών, που θεωρεί τη ζωή έναν ανελέητο αγώνα δρόμου με λίγους νικητές και πολλούς ηττημένους γεννημένους για να χάνουν. Η βία προβάλλεται, κατά κανόνα, ως ο καρπός της κακής συμπεριφοράς των κακών ηττημένων, των πολυάριθμων, επικίνδυνων και κοινωνικά απροσάρμοστων ανθρώπων, που γεννιούνται στις φτωχές γειτονιές και τις φτωχές χώρες.

Την έχουν στη φύση τους τη βία. Ανταποκρίνεται, όπως και η φτώχεια, στη φυσική τους τάξη, στη βιολογική ή και, ενδεχομένως, στη ζωολογική τους τάξη: έτσι είναι, έτσι ήταν και έτσι θα εξακολουθήσουν να είναι. Η αδικία, που εξαιτίας της διαιωνίζεται η βία, είναι σήμερα πιο μεγάλη από ποτέ τόσο στο Νότο όσο και στο Βορρά. Για τα μεγάλα μέσα επικοινωνίας όμως, που κατασκευάζουν τη δημόσια γνώμη σε παγκόσμια κλίμακα, δεν υπάρχει αδικία ή έστω υπάρχει σε μικρό βαθμό.

Ο ηθικός κώδικας του τέλους της χιλιετίας δεν καταδικάζει την αδικία αλλά την αποτυχία.

Ο Ρόμπερτ Μακναμάρα, ένας από τους ιθύνοντες στον πόλεμο του Βιετνάμ, έγραψε ένα βιβλίο όπου αναγνωρίζει ότι ο πόλεμος ήταν ένα λάθος. Αυτός ο πόλεμος όμως, στον οποίο σκοτώθηκαν τρία εκατομμύρια Βιετναμέζοι και πενήντα οκτώ χιλιάδες Βορειοαμερικάνοι, δεν ήταν λάθος επειδή ήταν άδικος αλλά επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες τον ξεκίνησαν γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσαν να τον κερδίσουν. Το αμάρτημα έγκειται στην ήττα, όχι στην αδικία. Σύμφωνα με τον Μακναμάρα, από το 1965 ήδη υπήρχαν αδιάσειστα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ήταν αδύνατη η νίκη των δυνάμεων του εισβολέα, αλλά η κυβέρνηση της Βορείου Αμερικής εξακολούθησε να ενεργεί σαν να ήταν η νίκη εφικτή. Το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επί δεκαπέντε χρόνια εξασκούσαν διεθνή τρομοκρατία, για να επιβάλλουν στο Βιετνάμ μια ανεπιθύμητη στους Βιετναμέζους κυβέρνηση, δεν τους απασχολεί καθόλου. Το ότι η πρώτη στρατιωτική δύναμη του κόσμου έριξε, πάνω σε μια μικρή χώρα, περισσότερες βόμβες από όσες χρησιμοποιήθηκαν στο Δεύτερο Πακόσμιο πόλεμο είναι μια λεπτομέρεια άνευ σημασίας.

Στο κάτω κάτω, με τη μεγάλη αυτή σφαγή, οι Ηνωμένες Πολιτείες απλώς άσκησαν το δικαίωμα που έχουν οι μεγάλες δυνάμεις να εισβάλλουν σε οποιαδήποτε χώρα και να την υποχρεώνουν να κάνει ό,τι θέλουν. Οι στρατιωτικοί, οι έμποροι, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης και οι τραπεζίτες των κυρίαρχων χωρών έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν στις υπόλοιπες χώρες στρατιωτικές δικτατορίες ή κυβερνήσεις ανδρείκελα, μπορούν να τους υπαγορεύουν την οικονομική αλλά και κάθε άλλη πολιτική τους, μπορούν να τις διατάζουν να αποδέχονται καταστροφικές συναλλαγές και τοκογλυφικά δάνεια, μπορούν να επιβάλλουν το δικό τους τρόπο ζωής και να κατευθύνουν τις καταναλωτικές τάσεις. Πρόκειται για ένα φυσικό δικαίωμα, καθιερωμένο από την ατιμωρησία με την οποία ασκείται και την ταχύτητα με την οποία ξεχνιέται.

Eduardo Galeano Ένας κόσμος ανάποδα (απόσπασμα)