Bernard soll97 Καταραμένοι ποιητέςΣκοτεινοί πρωταγωνιστές της ποιητικής σκηνής, στο περιθώριο της λογοτεχνικής νομιμότητας της εποχής τους, ελάχιστοι από αυτούς ευτύχησαν να δουν το έργο τους να αναγνωρίζεται εν ζωή από τους αναγνώστες αλλά και τους ομότεχνούς τους και ορισμένοι μόνο αναγνωρίστηκαν αρκετά πάντα μετά το θάνατό τους. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς αποθεώθηκαν (Rimbaud, Baudelaire, Mallarme, Lautreamont, Jarry, Artaud) αποτελώντας σήμερα αναφορές της παγκόσμιας ποίησης και διαρκή έμπνευση σημαντικών λογοτεχνικών κινημάτων. Οι περισσότεροι όμως κείτονται ακόμα στο ημίφως ή ακόμα και στη λήθη του κοιμητηρίου των αγνοημένων, ξεχασμένων ποιητών. Ποιητικά «σκηνώματα» που δεν έχουν καταγραφεί σε καμία επίσημη ποιητική ανθολογία.

Όλοι τους συνέταξαν ιδιοχείρως – με τον ένα ή τον άλλο τρόπο – το πολυτάραχο, ανατρεπτικό, σκοτεινό, πένθιμο ή και μακάβριο σενάριο της ζωής τους. Πήγαν μέχρι το τέρμα της άρνησης, διέσχισαν τις λαίλαπες, τις ρήξεις, τις σιωπές, το σάλο, τις καταστροφές τους, αναζητώντας με εμμονή αυτό που πάντα διαφεύγει, παίρνοντας ένα δρόμο χωρίς επιστροφή προς το Αλλού. Με «βουλιμία Θεού» βγήκαν προς αναζήτηση ενός χαμένου παραδείσου αλλά μέσα από τις σκοτεινότερες διαδρομές της κόλασης.

ΔΕΙΓΜΑΤΑ…

Αρθούρος Ρεμπώ

Άλλοτε, αν θυμάμαι…

Άλλοτε, αν θυμάμαι καλά, η ζωή μου ήταν μια γιορτή όπου άνθιζαν όλα τα αισθήματα κι έρεε κάθε λογής κρασί.
Μια βράδια κάθισα στα γόνατα μου την Ομορφιά. – και τη βρήκα πικρή. – Και την βλαστήμησα.
Ξεσηκώθηκα ενάντια στην εξουσία.
Πήρα τους δρόμους. Αχ μάγισσες, δυστυχία, μίσος, σ εσάς επιστέφτηκα το θησαυρό μου!
Κατάφερα να σβήσω από την σκέψη μου κάθε ανθρώπινη ελπίδα. Όρμησα ύπουλα, θεριό ανήμερο, να πνίξω κάθε χαρά.
Κάλεσα τους δήμιους, να δαγκώσω πεθαίνοντας το κοντάκι των τουφεκιών τους. Κάλεσα τις σύμφορες, να πνιγώ μες την άμμο και το αίμα. Θεός μου είναι η δυστυχία. Ξάπλωσα στη λάσπη. Στέγνωσα στον αέρα της αμαρτίας. Κι έπαιξα ωραία παιχνίδια στη τρέλα.

Και η άνοιξη μου χάρισε το φρικτό γέλιο του ηλίθιου.

Τον τελευταίο καιρό λοιπόν, καθώς ήμουν έτοιμος να τα τινάξω, σκέφτηκα να αναζητήσω το μυστικό της παλιάς γιορτής, μήπως και ξανά βρω το κέφι μου.
Το μυστικό είναι η καλοσύνη. – Και μόνο που το σκέφτηκα, δείχνει πως ήμουν αλλού νυχτωμένος!
«θα είσαι πάντα ύαινα, κλπ.» επιμένει ο δαίμονας, που με στεφάνωσε με τερπνούς μήκωνες υπνοφόρους. «θα φτάσεις ως το θάνατο μ όλα σου τα πάθη, τον εγωισμό σου και όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα.»
Αχ! Η δόση ήταν μεγάλη: – Μα σε ξορκίζω, καλέ μου Σατανά, μη με κοιτάς τόσο άγρια! Κι αφού είναι αναμενόμενο πως κάποια στιγμή θα κάνω πίσω, αποσπώ για σένα, για σένα που εκτιμάς τους συγγραφείς χωρίς περιγραφές και διδαχές, αυτά τα μισητά φύλλα από το σημειωματάριο ενός κολασμένου.

Μετάφραση: Χριστόφορος Λιοντάκης
Sylvia Plath (1932-1963)

Αμερικανίδα συγγραφέας, στιγματισμένη με το επίθετο “καταραμένη”, παντρεμένη με τον ποιητή Τεντ Χιουζ, υπέφερε από διπολική διαταραχή που την οδήγησε σε πολλές απόπειρες αυτοκτονίας. Η τελευταία της και επιτυχημένη, την βρήκε χωρισμένη, άρρωστη και με ελάχιστα λεφτά. Ο χήρος άντρας της, μοναδικός κληρονόμος του έργου της, το εξέδωσε και από τότε υπάρχουν πολλές συγκρούσεις αν το τελικό αποτέλεσμα είναι ατόφιο αυτό που έγραψε η Πλαθ ή αν παρενέβη σε μεγάλο βαθμό ο Χιουζ.

Πρωινό τραγούδι – μετάφραση: Κλαίτη Σωτηριάδου

Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχειά.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου. Καινούργιο άγαλμα.
Σ’ ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλεια μας. Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
Από ένα σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά την δική σου αργή
Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνώ ν’ αφουγκραστώ:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.

Μια κραυγή, και σκουντουφλώ απ’ το κρεβάτι, βαριά σαν γελάδα και λουλουδιασμένη
Μες το βικτοριανό μου νυχτικό
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού. Το τετράγωνο του παραθύρου

Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια. Και τώρα δοκιμάζεις
Μια φουχτίτσα νότες.
Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.

 

Reiner r Maria Rilke (1875-1926)

Γεννήθηκε στην Πράγα, συνεπαρμένος από τις αλλαγές που έφερε ο καινούργιος αιώνας αλλά και συνειδητοποιημένος για τη μοναξιά και την ανησυχία των κοινωνιών (φτώχεια, πρώτος παγκόσμιος πόλεμος), μπόρεσε να γίνει ο ενδιάμεσος κρίκος μιας ποίησης που έφευγε και μίας που ερχόταν.

Αγαπήθηκε πολύ από τους νέους και το όνομα του διαδόθηκε παντού μετά το θάνατο του από λευχαιμία στα 51 του χρόνια.

O κύκνος – μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

Ο μόχθος, μέσα απ’ ό,τι δεν έγινεν ακόμα,
βαρύς και σα δεμένος να πηγαίνεις,
μοιάζει με του κύκνου τ’ άπλαστο βήμα.
Κι ο θάνατος, τούτο το ασύλληπτο ακόμη
κάθε αιτίας, που πάνω του στεκόμαστε καθημερινά,
στο φοβισμένο χαμήλωμα του μοιάζει
στα νερά πάνω που το δέχονται γαλήνια
και που, σαν μακάρια και σαν περασμένα,
κάτω του, κύμα το κύμα, αποτραβιούνται,
ενώ αυτός, άπειρα βέβαιος άπειρα γαλήνιος,
πάντα πιο γνωστικός και πιο βασιλικός
και πιο ατάραχος, καταδέχεται να φεύγει.