hecate ov3y3c Μυριβήλης   Νύχτα της Εκάτης  Η Σελήνη χαμήλωσε πάνω στις ωραίες γυναίκες, πέρασε στο εκστατικό πρόσωπό τους την προσωπίδα από λεπτό φύλλο χρυσού, αυτή που φορούσαν οι πεθαμένες βασίλισσες των Μυκηνών. Τις κοιτάξαμε με θάμβος και ήταν η πρώτη φορά που τόσο βαθιά τις είδαμε ως μέσα στη θηλυκή καρδιά τους.

  Γιατί ήταν η Σελήνη που μας τις έδειξε.

  Ήταν η ίδια, χλωμή και λυσίζωνη, αχόρταγη και σιωπηλή, όπως όταν μάγεψε τον Ενδυμίωνα, το μικρό βοσκόπουλο του Λάτμου, που το βρήκε να κοιμάται ολόγυμνο στη δροσερή σπηλιά.

  Τόνε σκέπασε με ύπνο βαρύ σα λιγοθυμιά, σφράγισε τα ματόκλαδά του με το φοβερό της φίλημα και τον έκαμε δικό της ολάκερη την αυγουστιάτικη νύχτα, χωρίς να λύσει από πάνω του τα μάγια του εξαντλητικού ύπνου.

  Ο έφηβος έγινε χλωμός και διάφανος, μέσα στο κορμί του έτρεχε το χρυσό φωσφορικό φίλτρο της Εκάτης. Το θαύμα έκλεισε το θεοφίλητο στόμα του με τη σιωπή και σαν ξύπνησε, μέσα στα εκστατικά μάτια του έκαιγε η σιγανή τρέλα του φεγγαρόφωτου.

  Όλη τη μέρα που περίμενε το άστρο του Απόλλωνα να σβήσει, ονειρευόταν τους γλυκούς βραχνάδες που θα του έφερνε η νύχτα. Μαζί με τη νύχτα έμπαινε αθόρυβα η Εκάτη στη σπηλιά του μικρού βοσκού, τον κοίμιζε, έγερνε πλάι του και βύζαινε ως την αυγή τον έρωτα από το μελαχρινό κορμί του.

  Πέθανε ο Ενδυμίων από την πολλήν αγάπη. Μια νύχτα ήταν, μέσα στην ερωτική σπηλιά του Λάτμου, που δεν μπόρεσε ν’ανοίξει ποτέ πια τα βαριά ματόφυλλα, να δει την Εκάτη να τον καίγει με τον πόθο της. Πάνω στα μάτια του έπηξαν αράγιστες οι ερωτικές σφραγίδες του θεϊκού φιλήματος. Και στο παιδικό πρόσωπο κρατούσε τη χρυσή προσωπίδα του θανάτου.

  Όταν τα θαυμαστά μέλη του επάγωσαν σιντεφένια πάνω στις παχειές προβιές και ήρθε η Αυγή να σκορπίσει τους πελινδούς ίσκιους των ονείρων, η σπηλιά είταν ακόμα γεμάτη από φεγγάρι. Οι πέτρες φωσφόριζαν, λαμπύριζαν σαν μάτια μικρών αγριμιών τα κρύσταλλα.

  Τότε τα σκυλιά του μαζεύτηκαν στην έμπαση, σήκωσαν το υγρό ρύγχος προς την Εκάτη, και γάβγιζαν με υψηλά, μακριά ουρλιάσματα. Οι λαγκαδιές τα μεταπήραν και ολόλυξαν βαθιά, με τις σπηλιές των νυμφών και με τις βουερές χαράδρες, όπου ανήσυχα τέντωναν τα σουβλερά αυτιά οι σάτυροι.

  Από τότες η Εκάτη, έρχεται και λύνει πάνω στο Αιγαίο τις ξανθές πεταλούδες της, και γεμίζουν τα νυχτερινά νερά από χρυσούς βοστρύχους, που σαλεύουν σαν δεσμίδες φωτερά φίδια. Μέσα στα δάση, στις ρεματιές που γυρίζουν τα τσομπανόπουλα, στις πηγές, στάζουν τα βαριά φωσφορικά δάκρυά της. Από τότες τα σκυλιά σηκώνουν τη μουσούδα και ουρλιάζουν λυπητερά προς το πρόσωπο της Εκάτης.

 ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ   ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ   (Η νύχτα της Εκάτης)