Δεν ξέρω ποιο επιδέξιο τέχνασμα του φωτός, ή ποιος ακαθόριστος θόρυβος, ποια μνήμη ευωδιάς ή μελωδίας που ξυπνά από, κι εγώ δεν ξέρω ποια, εξωτερική επίδραση, οδηγεί το νου μου, την ώρα που περπατώ στο δρόμο, σε τούτες τις περιπλανήσεις που, χωρίς βιασύνη, καταγράφω καθώς κάθομαι ξέγνοιαστος σ’ ένα καφενείο. Δεν ξέρω προς τα πού επρόκειτο να κατευθύνω τη σκέψη μου ούτε και προς τα πού θα προτιμούσα να την κατευθύνω. Είναι μια μέρα με ομίχλη διάφανη, υγρή και χλιαρή, θλιβερή χωρίς να γίνεται απειλητική, μονότονη χωρίς λόγο. Πονώ με κάποιο συναίσθημα που αγνοώ, μου λείπει κάποιο επιχείρημα δεν ξέρω πάνω σε τι, τα νεύρα μου δεν έχουν θέληση.

Κάτω από τη συνείδησή μου είμαι θλιμμένος. Γράφω τις γραμμές αυτές, κυριολεκτικά κακοσυνταγμένες, όχι για να πω αυτό που λέω ούτε για να πω κάτι, αλλά για να απασχολήσω την αφηρημάδα μου. Γεμίζω αργά, με τις μαλακές γραμμές ενός μολυβιού που δεν έχω καν την ευαισθησία να ξύσω, το άσπρο χαρτί όπου τυλίγουν τα σάντουιτς, έτσι όπως μου το ‘δωσαν από το καφενείο, γιατί δεν χρειαζόμουν καλύτερο, οποιοδήποτε θα έκανε τη δουλειά του, από τη στιγμή που θα ’ταν λευκό. Και θεωρώ τον εαυτό μου ικανοποιημένο.

Βολεύομαι. Η βραδιά πέφτει μονότονα, χωρίς βροχή και το λίγο φως φεύγει με μια απόχρωση αβεβαιότητας και αποθάρρυνσης. Όταν ζει αδιάκοπα κανείς στον κόσμο των αφηρημένων εννοιών —είτε για αφηρημένη σκέψη πρόκειται είτε για την αφηρημένη αίσθηση της σκέψης— δεν αργεί να φτάσει στο σημείο όπου, ενάντια στα αισθήματά του και τη θέλησή του, μεταμορφώνονται σε φαντάσματα ακόμη και τα πράγματα εκείνα της πραγματικής ζωής που, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση, θα έπρεπε να γίνονται πιο έντονα αισθητά.

…Τίποτε άλλο… Η συνεχής πάλη με τις σκιές με έκανε κι εμένα σκιά — σ’ αυτό που σκέφτομαι, σ’ αυτό που νιώθω, σ’ αυτό που είμαι. Η επιθυμία για το φυσιολογικό πλάσμα που δεν υπήρξα ποτέ διαβρώνει την ουσία του είναι μου. Αλλά και τότε νιώθω αυτό, μονάχα αυτό. Δεν νιώθω καμιά ξεκάθαρη στεναχώρια για το φίλο μου που θα εγχειριστεί. Δεν νιώθω λύπη για κανέναν από τους ανθρώπους που πρόκειται να εγχειριστούν, ούτε για όσους υποφέρουν και πονούν σ’ αυτόν τον κόσμο. Λυπάμαι μόνο που δεν είμαι κάποιος που ξέρει να λυπάται.

Και από τη μια στιγμή στην άλλη, σκέφτομαι κιόλας κάτι άλλο, αναπόφευκτα, με μια παρόρμηση που δεν ξέρω από που πηγάζει. Και σαν να παραληρώ, μπερδεύεται με αυτά που δεν κατάφερα να νιώσω, που δεν κατάφερα να είμαι, ένα θρόισμα των δέντρων, ένα μουρμουρητό νερού που τρέχει στη δεξαμενή, ένα κτήμα ανύπαρκτο…

Προσπαθώ να αισθανθώ μα δεν ξέρω πια πως αισθάνονται. Έχω γίνει η σκιά του εαυτού μου, μια σκιά στην οποία παρέδωσα τον εαυτό μου. Αντίθετα από τον Πέτερ Σλέμι του γερμανικού παραμυθιού, δεν πούλησα τη σκιά μου στο διάβολο, μα την ίδια την υπόστασή μου. Υποφέρω που δεν υποφέρω, που δεν ξέρω να υποφέρω. Ζω ή παριστάνω πως ζω; Είμαι άραγε ξύπνιος ή κοιμισμένος; Μια αόριστη αύρα που βγαίνει μέσα από τη ζέστη της ημέρας, με κάνει να τα ξεχνάω όλα. Τα βλέφαρά μου βαραίνουν ευχάριστα… Νιώθω πως ο ίδιος ήλιος χρυσίζει τους κάμπους όπου δεν είμαι κι όπου δεν θέλω να βρεθώ… Μέσα από τους θορύβους της πόλης βγαίνει μια μεγάλη σιωπή… Κάτι τόσο γλυκό… Μα πόσο πιο γλυκά θα ήταν όλα, αν μπορούσα να αισθανθώ…

 “Το Βιβλίο της Ανησυχίας” του Φερνάντο Πεσσόα