acoupleinthe Φοβόμαστε τις αισθήσεις, όπως ο διάβολος το λιβάνιΠερί έρωτος και ερωτικών (από το “Ερως καλού”, 1987)

Ο καιρός γύρισε νοτιάς και νιώθω επιτακτική ανάγκη να  γράψω για  πράγματα της αφής.  Σε   στιγμή   ενδοσκόπησης συνειδητοποίησα πάλι πως αυτά που (συνήθως) γράφω, δεν έχουν σχέση με αυτό που (κυρίως) είμαι.  Και αισθάνομαι ενοχή  για την πλαστοπροσωπία.

Βασανίζομαι  όταν  μιλάω  για  τον έρωτα.  Όμως δε μπορώ να σωπάσω. Ο νοτιάς είναι πειστικός.  Μην συμπεράνετε πως είμαι ερωτευμένος.   Ερωτικός,   ναι.   (Οι   ερωτευμένοι  γράφουν ποιήματα. Συνήθως άτεχνα. Οι ερωτικοί διαλογίζονται – με τις αισθήσεις.)

Κατανόησα ξανά πως (όπως οι περισσότεροι) ζω την  καθημερινή μου  πειθαρχία  προσπαθώντας να μη σκέπτομαι τα συνταρακτικά και ανατριχιαστικά της επιδερμίδας.  Πως κρύβω την ηδονή στο συρτάρι του κομοδίνου, από όπου την ανασύρω τις νύχτες.

Πως,πάνω  από  το ζωντανό δέρμα,  φοράω κοστούμι απόστασης – και δεν φιλοσοφώ αρκετά με τις άκρες των δακτύλων.  Πως  ξεφεύγω συνεχώς   απ’ τον   εαυτό  μου  όταν  π.χ.   εμφανίζομαι  σαν ορθολογιστής – ενώ ο ορθός λόγος δεν είναι για μένα παρά έναμέσο,  ένα  όργανο  που  κάθε  μέρα  το  ξεπερνάω.   Για  να προσεγγίσω το δικό μου μυστικό Επέκεινα.

Οι  πιο  σημαντικές  στιγμές  στη  ζωή  μου  ήταν  ερωτικές. Προσοχή: ο όρος υποδηλώνει παν το ζωντανό. Αρχίζοντας από το χάδι και τελειώνοντας στο χάδι. Πάντα όμως μέσα στο χώρο των αισθήσεων.  Έρωτας έξω από αισθήσεις – όπως και ζω έξω από αισθήσεις   –  για  μένα  δεν  υπάρχει.   Παίρνω  ένα  παλιό φιλοσοφικό  αξίωμα  και  το  κάνω  ερωτικό:   nihil  est  in intellectu  quod non prius fuerit in sensu.  Τίποτα μέσα μας πραγματικό, που να μην είναι στη ρίζα του αισθησιακό.

Όμως αυτά, τα ερωτικά, σπάνια τα γράφω.  Γιατί;  Ντρέπομαι; Φοβάμαι; Αδυνατώ; Δεν ξέρω.  Μήπως όμως τα γράφουν  άλλοι;

Όχι,  κανείς.  Αισθηματικά  πολλά,  πορνογραφικά  αρκετά  – ερωτικά όμως; Μήπως οι άλλες τέχνες; Ούτε, ελάχιστα! Μουσική για το αυτί,  ζωγραφική για το μάτι – η ανατριχίλα της  αφής δεν έχει βρει τη δική της τέχνη.

Κάτι  πρέπει  να κάνω.  Αλλιώς σίγουρα θα πεθάνω οριστικά με τον θάνατό μου.  Ιδέες μου, έστω, μπορεί να επιβιώσουν, αλλά αυτές  δεν  είναι εγώ.  Ούτε τα συναισθήματα,  οι εικόνες οι σκέψεις. Όλα αυτά περνούν επιπόλαια από πάνω μου (προς Θεού, όχι “επιδερμικά” – που θα πει “βαθιά”!). ‘Άλλαξα συχνά ιδέες χωρίς να αλλάξω πρόσωπο.  Το κέντρο,  η ρίζα του εαυτού  μου δεν  ήταν  στον  φλοιό – αλλά πολύ βαθύτερα.  Με όλα τα άλλα αστειεύτηκα στη ζωή μου, με τον πόθο ποτέ.

Ίσως γι αυτό δεν κατόρθωσα  να  τον  καταγράψω.  Προσπάθησα, σίγουρα. Όμως μόνον ελάχιστα κείμενα μου – μερικά ποιήματα, ένα  πεζό  –  βγήκαν  ερωτικά,  με την πραγματική έννοια της λέξης.  Που σημαίνει όχι να περιγράψεις την έκσταση αλλά  να την αναστήσεις.

Προτίμησα  την  (διόλου αιδήμονα) σιγή.  Σαν τους Μυστικούς, που αρνούνται να μιλήσουν για το Θεό  τους  επειδή  δεν  τον χωράνε τα λόγια, σώπαινα από δέος. 

06 Φοβόμαστε τις αισθήσεις, όπως ο διάβολος το λιβάνιΠως να μιλήσω για το σκοτεινό ρίγος που με καταλαμβάνει κάθε φορά που βλέπω,  αγγίζω,  οσφραίνομαι το κρυφό, βαθύ, θηλυκό αιδοίο.  Τριάντα πέντε χρόνια τώρα,  από την  πρώτη  μυστική εμπειρία  – και δεν έχω συνηθίσει τίποτα.  Κάθε φορά είναι η πρώτη φορά,  με όλο τον πυρετό και το πάθος  της.  Το  αέναα επαναλαμβανόμενο θαύμα.

(Και δεν χρειάζομαι, για την επανάληψη, τις αγχώδεις αλλαγές του  άρρωστου  Δον  Χουάν.  Ίσα-ίσα  που ο ερωτισμός με την διάρκεια στο ένα πρόσωπο, κερδίζει βάθος.)

Τελικά,  η ερωτική έκσταση είναι ένα θαύμα – το μόνο που μας απομένει,  το μόνο ζωντανό που έχω γνωρίσει.  (Το θαύμα  της Τέχνης είναι κατασκευή!) Πως όμως αναπαράγεις ένα θαύμα; Πως το  αποδίδεις – με λόγια,  χρώματα ή ήχους;  Όταν ουσία τού κάθε θαύματος είναι  η  ανατροπή  της  λογικής  αλληλουχίας;

Ίσως μόνο με ένα άλλο (τεχνητό) θαύμα!

Δεν  είμαι  ο  μόνος  που  φοβήθηκε  την μυστική στιγμή.  Οι δημιουργοί,  οι περισσότεροι,  έχουν σταθεί αμήχανοι μπροστά στο μυστήριο της ερωτικής έκστασης. Υπάρχουν μεγάλοι ποιητές και  ζωγράφοι  που το αγνοούν εντελώς στο έργο τους.  Σαν να μην το είχαν νιώσει ποτέ.  (Μερικοί ίσως και να μην το είχαν ζήσει ποτέ.)

Και  οι  συγγραφείς  πως  εξαρκούν;  Όσο  πιο  περίτεχνα τα τεχνικά τους μέσα,  τόσο πιο ατελέσφορα μπροστά στην ερωτική στιγμή. Γι αυτό και δεν αφθονούν, στην παγκόσμια λογοτεχνία, οι ζωντανές αναπαραστάσεις.  Οι πιο πολλοί (και πιο έξυπνοι) εγκαταλείπουν (σαν την σεμνότυφη κινηματογραφική μηχανή) την σκηνή και αφήνουν την φαντασία του αναγνώστη να συνεχίσει..

Αρχαία τεχνική  της  παράλειψης.  Quel  giorno  piu  non  vi leggemo  avante.   Δεν  διαβάσαμε  παρακάτω.   Ούτε  και  ο αναγνώστης διαβάζει παρακάτω.  Μένει με τα μάτια μετέωρα  να φαντάζεται.  Το απόλυτο πάθος σαν συγγραφικό κενό.  Ανεβάζει την ένταση (la bocca mi bacio tutto tremante) και  σταματάει στην αιχμή. Έτσι ο Δάντης, για την Francesca da Rimini.

Ρουτινιέρηδες δεξιοτέχνες τον μιμήθηκαν.  Ξέρουν να αφαιρούν και να σταματάνε.  Οι τρυφεροί του ροκοκό,  οι υπαινικτικοί, οι ελλειπτικοί, οι κυκλωτικοί του ερωτισμού.  Πολλοί ξέπεσαν στη μανιέρα.

Λίγοι,  αλλά μεγάλοι,  οι τολμηροί,  οι ευθείς.  Εκείνοι που όρμησαν κατά μέτωπο, σαν τον Θείο Μαρκήσιο.  Με την παράφορη δύναμη του, κατακαίει τα πάντα. ‘Οχι μόνο τον έρωτα αλλά και τον κόσμο.

(Η απολυτοποίηση του έρωτα σημαίνει, άραγε, την εξαλλαγή του στο αντίθετο; Η δημιουργία γίνεται καταστροφή;  Το πάθος που αναλίσκεται, στον ύψιστο βαθμό, αναλίσκει;)

Είναι θλιβερό πόσο λίγο παρών είναι ο πραγματικός έρωτας στη λογοτεχνία  μας  –  αν σκεφθούμε τι ρόλο παίζει στη ζωή μας. Ιδιαίτερα στα νεοελληνικά  γράμματα  έχουμε  να  επιδείξουμε παράδοση  πουριτανισμού  και πενία αισθησιασμού.  Δεν έχουμε ούτε έναν “μεγάλο  ερωτικό”  (με  την  πιθανή  εξαίρεση  του Καβάφη,  του  Εμπειρίκου  και  μερικών  στίχων  του  Ελύτη.)

Φοβόμαστε τις αισθήσεις,  όπως ο  διάβολος  το  λιβάνι.  Και παρ’ όλη  την εγγύτητα στην Ανατολή δεν πήραμε τίποτα από την πλούσια   αραβική   ερωτική   παράδοση.   Παρά   γίναμε   το υπερπουριτανικό αποπαίδι της πουριτανικής Δύσης.

Ο Έρωτας δεν άνθισε στη Δύση, δεν φάνηκε ποτέ.  Ήταν πάντα κάτι κρυφό. (Γι αυτό και έθαλλε η πορνογραφία – η οπτική της κλειδαρότρυπας).  Από την αρχή,  καθιερώθηκε η διπλή ηθική – άλλο λέμε,  άλλο κάνουμε.  Και η λογοτεχνία είναι  το  λέμε.

Έτσι,  πέρα από τις εγγενείς δυσκολίες του  να  περιγράψεις μία  τόσο μυστική πράξη,  εμείς φορτώσαμε και τα ηθικολογικά ΜΗ.  Δεν φταίει λοιπόν για την απουσία του  έρωτα,  μόνον  η αδυναμία  των  συγγραφέων.   Την  κύρια  ευθύνη   έχουν   οι θρησκείες,   οι   νομοθέτες  και  οι  παπάδες!   Σε  χρόνους παλαιότερους, πιο ελεύθερους – π. χ.  Παλατινή Ανθολογία – ο έρωτας κυριαρχούσε στον έντεχνο λόγο!

Και   είναι   χαρακτηριστικό   πως   μόνον   έξω   από   τον Δυτικό-Χριστιανικό πολιτισμικό χώρο  υπάρχουν  ζωντανές  και πλούσιες ερωτικές τέχνες. Στην Κίνα, την Ιαπωνία, την Αραβία – και κυρίως στις Ινδίες – καμιά ψεύτικη αιδώς δεν εμπόδισε την  αναπαραγωγή της ερωτικής στιγμής.  Είναι χαρακτηριστικό πως οι χώρες αυτές δεν γνώρισαν ποτέ την έννοια πορνογραφία.

Τα κείμενα τους, που εμείς χαρακτηρίζουμε πορνογραφικά, ήταν μέρος της οικογενειακής βασικής βιβλιοθήκης – όπως σε μας τα παραμύθια. Ενώ,  στον δικό μας χώρο ποτέ δεν μπορέσαμε να  αντικρύσουμε κατάματα την ηδονή.  Στη θέση της αλήθειας,  κατασκευάστηκαν δύο φαντάσματα:  ο “ρομαντικός”, “αισθηματικός” έρωτας,  που ακόμα  στοιχειώνει  τις σελίδες των λαϊκών ρομάντζων,  και η πορνογραφία.

Χάρη στους ευσεβείς φιλόσοφους (Αχ!  Πλάτων!) και  θεολόγους που (βίαια) χώρισαν το σώμα μας από την ψυχή μας,  χωρίστηκε και η ερωτική λογοτεχνία σε ουράνια και πάνδημη: από την μία μεριά η αισθηματική από την άλλη η σκαμπρόζικη.  Και οι  δύο εξίσου  ψεύτικες. Γιατί  κανένας  έρωτας δεν έγινε μόνο από αίσθημα ή μόνο από αφή.

Λιγότερο από όλους καταφέρνουν οι πορνογράφοι να  δώσουν  το μέτρο του σεξ.  (Οι γυναίκες,  πιο ερωτικές,  σπάνια αγαπούν την πορνογραφία!) Το “σύνδρομο της κλειδαρότρυπας”  δηλαδή  η απόσταση,  που είναι στη βάση κάθε πορνογραφικής περιγραφής, δεν οδηγεί άλλωστε στον έρωτα, αλλά στον αυνανισμό.  Κι αυτό βέβαια δεν είναι κακό (κι ο αυνανισμός έρωτας είναι,  με τον εαυτό σου) αλλά είναι λίγο. Και στεγνό. Και στείρο.

Έχω διαβάσει άφθονες σελίδες, από ρυπαρογραφήματα ατάλαντων μέχρι  λογοτεχνήματα  ιδιοφυών.  Με ερέθιζαν οι τρείς πρώτες παράγραφοι  (κι  αυτό  γιατί  πυροδοτούσαν  την   δική   μου φαντασία) αν όμως συνέχιζα – κορεσμός και ανία.

Ας  αναλογιστεί  κανείς  πόσο  απλοϊκά μηχανική και μονότονη είναι η επαναληπτική βασική κίνηση του έρωτα  (intro-extro). Εξίσου  μονότονη  μπορεί να γίνει και η απόδοσή της.  Όμως, (πως γίνεται!) στη ζωή,  αυτή η απλοϊκή κίνηση γεμίζει γλύκα τον κόσμο! Να το θαύμα – και πως να το πεις;

Μονότονες, μηχανικές κινήσεις στην υπηρεσία της έκστασης.  Η περιγραφή τους δεν λέει τίποτα –  είναι  σαν  να  θέλεις  να μεταδόσεις  τον  ήχο της μουσικής περιγράφοντας τις κινήσεις του βιολιστή.

Πορνογραφικές εικόνες;  Για μια στιγμή κινούνται,  συγκινούν και μετά παγώνουν.  Νεκρές. Σαν το πρωτόπλασμα – δεν μπορείς να το παρατηρήσεις ζωντανό.  Πορνογραφικά βίντεο  και  φιλμ: Ανήκουν  στην  κατηγορία  των  αθλητικών ταινιών.  Με τάσεις πρωταθλητισμού. Μετράνε επιδόσεις.

Πιο αποτελεσματική  η  ηχητική  πορνογραφία.  Περιθώρια  για ονειροπόληση.  (Ο  υπαινιγμός!  Να τι ξεχωρίζει τον ερωτισμό από το σεξ. Ο ερωτισμός – υπαινικτικός πόθος;)

Τελικά  ίσως  μόνον  η  μνήμη  του  θαύματος  αποδίδεται.  Ο μέγιστος  των  ερωτικών,  ο Καβάφης το ήξερε καλά.  Ποτέ δεν προσπάθησε να συλλάβει το παρόν – όμως το παρελθόν του είναι ερωτικά ολοζώντανο. (Πόσο πιο σοφός από τον D.H.  Lawrence – και πόσο πιο πειστικός!  Για  να  μην  θυμηθούμε  τον  Henry Miller – the fucking mashine…)

Ανεπαρκείς,  σχηματικές,  μονότονες οι ερωτικές περιγραφές – όμως,  όταν σε  ένα  λογοτεχνικό  κείμενο  υπάρχουν  δυνατές αισθησιακές σκηνές,  πως επισκιάζουν τα άλλα θέματα!  (Εκτός από ένα: Το θάνατο.) Έτσι, που συμβαίνει συχνά, όχι μόνο τα σκολιαρόπαιδα,   αλλά  και  “ώριμοι”  αναγνώστες  να  πηδάμε κείμενο, από κρεβάτι σε κρεβάτι.

Οι  ακραίες  εμπειρίες  της ζωής,  ακυρώνουν τη λογοτεχνία – ίσως γιατί και στις δύο ο άνθρωπος είναι απών.  Ποιός μπορεί να μαρτυρήσει για το θάνατο;  Αλλά και στην ερωτική έκσταση, ποιός είναι συνειδητά παρών;

Όμως, πέρα απ’ όλα αυτά, η λογοτεχνία γίνεται με λέξεις. Και η φοβερή πουριτανική μας κληρονομιά δεν μας έχει  αφήσει  να αναπτύξουμε ούτε τα βασικά σήματα για να ονομάσουμε πράγματα και  καταστάσεις.  Όταν  γράφω  “συνουσία”  γελάω – αλλά το “γαμήσι” ενοχλεί πολλούς και τους  φαίνεται  χυδαίο,  ενώ  η παράφραση “κάνω έρωτα” είναι σίγουρα νερόβραστη. Τα ίδια και χειρότερα με τα όργανα του έρωτα.  Αρχίζουν οι παρομοιώσεις, οι ιδιωματισμοί… όλα περίπλοκα, δύστοκα και αλλοτριωτικά.

Να – τώρα:  ξεκίνησα να γράψω  κάτι  για  τον  ερωτισμό  και έφτασα   σε   μια   λόγια   ανάλυσή  του,   δηλαδή  σε  κάτι αντί-ερωτικό.  Δικαιολογίες  –  πως  και  γιατί ΔΕΝ (σαν την αιώνια μαθητική έκθεση:  “πως δεν έγραψα έκθεση”.) 

Αν  στον Παράδεισο – λέει ένα ανέκδοτο – υπήρχαν δύο πόρτες και η μία έγραφε  “Θεός”  και  η  άλλη “Διάλεξη για τον Θεό”,  όλοι θα πήγαιναν στη διάλεξη. Σωστά. Ποιός αντέχει να αντικρύσει τον Θεό κατά πρόσωπο;

Και ποιός αντέχει τον έρωτα – που (για μένα) είναι το γήινο, το ζωντανό πρόσωπο του Θεού; 

Νίκος Δήμου

πηγή   http://www.ndimou.gr/el/keimena/anthologia/dokimia/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF-%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD-(%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%8D-1987)/